αγωγή

I
Η εξελικτική διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, μέσω της επίδρασης που ασκεί το φυσικό και κυρίως κοινωνικό περιβάλλον πάνω στις βιολογικές καταβολές του ατόμου. Συνεπώς, η α., όσο και η ίδια η ζωή του ανθρώπου, υπογραμμίζει την αδιάκοπα δημιουργική όψη της ζωής.
Είναι ωστόσο προφανές ότι η πιο αποφασιστική περίοδος για τη διαμόρφωση του ανθρώπου είναι τα παιδικά, τα εφηβικά και τα νεανικά χρόνια. Τότε οικοδομείται γενικά το σύστημα αξιών των οποίων φορέας είναι ο άνθρωπος. Γι’ αυτό ακριβώς τα χρόνια αυτά αποκαλούνται ηλικία διάπλασης. Από εδώ προκύπτει η κοινή αντίληψη για την α., που στην καθημερινή γλώσσα σημαίνει μόρφωση των νέων και κατ’ αντανάκλαση το σύνολο των αρχών και των μέσων με τα οποία οι παλαιότερες γενεές επιχειρούν να ασκήσουν επίδραση πάνω στους νέους με σκοπό –όπως έχει επιτυχημένα ειπωθεί– να επιβιώσουν μέσα σε αυτούς. Με άλλα λόγια, η α. αντιπροσωπεύει την προσπάθεια που καταβάλλουν, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, τα ενήλικα άτομα για να κάνουν τους νέους ικανούς να συμμετέχουν στη ζωή της ομάδας, με το να τους διδάσκουν τα συστήματα εθίμων, παραγωγής και συμπεριφοράς με τα οποία μια ορισμένη κοινωνία κατορθώνει να ικανοποιεί τις ανάγκες της, να εργάζεται και να ζει ομαδική ζωή με τρόπο λιγότερο ή περισσότερο πειθαρχημένο και ειρηνικό.
Με την έννοια αυτή, η α. δεν είναι τίποτε άλλο από μία διαδικασία κοινωνικοποίησης, με την οποία ο νέος υψώνεται στο επίπεδο του ενηλίκου και αποκτά την ικανότητα να συμμετέχει στη ζωή της κοινωνικής ομάδας –οικογένεια, έθνος, κράτος κλπ.– στην οποία ανήκει.
Ο βασικός σκοπός της α. έχει επομένως κοινωνικό χαρακτήρα. Και τούτο ακριβώς εξηγεί για ποιον λόγο μέσα στην ιστορία όλες οι παιδαγωγικές θεωρίες έδωσαν πάντα τεράστια σημασία στο ετερονομικό στοιχείο της α., δηλαδή στην επίδραση που ασκεί η οικογένεια, το κοινωνικό περιβάλλον και οι σχολικοί θεσμοί στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση του ανθρώπου. Επειδή όμως μια κοινωνία είναι ένωση ατόμων και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτά, ο βαθμός μάλιστα πολιτισμού της εξαρτάται από τη φροντίδα και την προσοχή που αυτή δίνει στην αξιοποίηση της ικανότητας των μεμονωμένων ατόμων, o ατομικός παράγοντας αποκτά και αυτός μεγάλη σημασία και στις δημοκρατικές χώρες γίνεται θεμελιώδης παιδαγωγικός στόχος. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η περίπλοκη και προβληματική όψη της παιδαγωγικής διαδικασίας, όπου συναντιούνται ασφαλώς το έργο του παιδαγωγού και το σύμπλεγμα των συνθηκών του περιβάλλοντος, κοινωνικού και οικογενειακού, μέσα στις οποίες πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία. Και οι δύο αυτοί παράγοντες πάντως έχουν ως όρια τις ατομικές αντιδράσεις του ατόμου που διαπαιδαγωγείται και τη χρήση της προσωπικής του εμπειρίας που ο ίδιος κάνει.
Γι’ αυτό δεν ευσταθεί η αξίωση που πάντοτε προβάλλεται, ότι πρέπει να τονίζεται ιδιαίτερα το ετερονομικό στοιχείο της διαπαιδαγώγησης, σε σημείο π.χ. που να γίνεται λόγος για την α. ως δικαίωμα του παιδαγωγού ο οποίος, όπως πίστευαν παλαιότερα, μπορούσε να την ασκήσει μέσα σε μια κλειστή και σαφώς προσδιορισμένη πορεία (ικανή να εμφανίζεται ως ολοκληρωτική και επακριβής εμπειρία του ατόμου που διαπαιδαγωγείται), ως πρακτική και διανοητική τάξη από την οποία αυτός που διαπαιδαγωγείται δεν θα μπορούσε ποτέ να απαλλαγεί χωρίς επέμβαση εξωτερικών και ποικίλων όρων.
Η αναγνώριση της εγγενούς ελευθερίας της διαπαιδαγώγησης που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη α. υπέσκαψε την εμπιστοσύνη στην ετεροδιαπαιδαγώγηση. Ώθησε το ενδιαφέρον της στο να επωφελείται από τη συνεργασία του ίδιου του ατόμου που διαπαιδαγωγείται, να φροντίζει δηλαδή περισσότερο για την προώθηση, της αυτοδιαπαιδαγώγησης και να εντάσσεται σε αυτή.
Η α. στους πρωτόγονους λαούς.Το αίτημα της α. είναι κοινό και στις λεγόμενες πολιτισμένες κοινωνίες και στις πρωτόγονες: οι διαφορές βρίσκονται όχι τόσο στον βαθμό ανάπτυξης όσο στη στάση και στον προσανατολισμό της διαπαιδαγώγησης. Οι πρωτόγονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι σε αυτές η α. αποβλέπει απλώς στο να μεταδώσει την τεχνική της εργασίας και τους κανόνες συμπεριφοράς που ισχύουν μέσα στην ομάδα, χωρίς νεωτερισμούς ή τροποποιήσεις (παρά μόνο βραδύτατες) και γι’ αυτό παραδέχεται ότι οι κανόνες αυτοί έχουν ιερό χαρακτήρα, πράγμα που επιτρέπει να θεωρείται ανόσιος κάθε νεωτερισμός και τροποποίηση. Αυτό λοιπόν είναι το στατικό και συντηρητικό στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί τις κοινωνίες αυτές από τις σύγχρονες, που τείνουν να καταστήσουν ελαστικές και επιδεκτικές τροποποιήσεων τις γνώσεις τους και εμπιστεύονται στην α. το έργο της μετάδοσης αλλά και της τροποποίησης και τελειοποίησής τους.
Εκτός από τη βασική αυτή διαφορά προσανατολισμού της διαπαιδαγώγησης, στους πρωτόγονους λαούς παρουσιάζουν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον ορισμένες πράξεις που αποκαλύπτουν μια διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο των γονέων, για την έννοια της πειθαρχίας και της ηθικής.
Μερικοί λαοί επεμβαίνουν πολύ νωρίς στη μετάδοση των κανόνων που σχετίζονται με την κοινωνική συμπεριφορά, τον σεβασμό της ιδιοκτησίας, την υγιεινή και την ηθική, ενώ άλλοι αφήνουν τα παιδιά τελείως ελεύθερα ανάμεσα στους συνομηλίκους τους και επεμβαίνουν αργότερα.
Οι Μάνους του αρχιπελάγους του Ναυαρχείου εμπνέουν στα παιδιά τους τον σεβασμό της ξένης ιδιοκτησίας από την πιο τρυφερή ηλικία, ενώ οι κάτοικοι των νήσων Σαμόα παραμελούν εντελώς αυτή την πλευρά της α., παρότι οι ενήλικοι και των δύο φυλών τρέφουν μεγάλο σεβασμό προς την ιδιοκτησία.
Μερικές φυλές χρησιμοποιούν βίαιες κατασταλτικές μεθόδους: θεωρούν τα παιδιά άτομα ενοχλητικά, γι’ αυτό τα εξαπατούν και τα χαλιναγωγούν με ιστορίες που τα τρομάζουν, όπως οι Ζουλού της νότιας Αφρικής. Άλλες αναθέτουν το έργο αυτό στους μάγους ή τιμωρούν τον μεγαλύτερο αδελφό που θεωρείται υπεύθυνος για τη συμπεριφορά των μικρότερων, όπως οι ιθαγενείς των νήσων Σαμόα.
Ακόμα και o ρόλος των γονέων, των παππούδων και των συγγενών γενικά ποικίλλει πολύ. Σε μερικές περιοχές της Μελανησίας, όπου επικρατεί η μητριαρχική διάρθρωση στην οικογένεια, ο ρόλος του πατέρα είναι ρόλος τρυφερού και γεμάτου επιείκεια παιδαγωγού που έρχεται σε αντίθεση με την αυστηρότητα του θείου από την πλευρά της μητέρας, ο οποίος στις μητριαρχικές κοινωνίες έχει κάθε δικαιοδοσία σε θέματα πειθαρχίας.
Διαφέρει, επίσης, και ο τρόπος με τον οποίο επικαλούνται την επέμβαση του υπερφυσικού στοιχείου για να υποχρεώσουν τα παιδιά να υπακούσουν: για να φοβίζουν τα παιδιά, οι Ζουλού επικαλούνται τέρατα στα οποία αυτοί οι ίδιοι δεν πιστεύουν, ενώ οι Μάνους προτιμούν να τρομοκρατούν τα παιδιά με διηγήσεις για τους κακοποιούς δαίμονες της γης, πριν τους εμπνεύσουν τον φόβο για τα πνεύματα των προγόνων, τα οποία αντίθετα προκαλούν τρόμο στους μεγάλους.
Η σεξουαλική α. και οι πολύπλοκες μυητικές ιεροτελεστίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολυάριθμων μελετών κοινωνιολόγων και εθνολόγων, οι οποίοι συχνά διαπίστωσαν εκπαιδευτικές προθέσεις στις ιεροτελεστίες που συνδέονται με την ανάπτυξη της ήβης· έτσι, στους Κόκο της Παπουασίας γίνεται στα αγόρια θρησκευτική διδασκαλία κατά την περίοδο της απομόνωσης· στους ιθαγενείς των νήσων Γκίλμπερτ (Μικρονησία) το κορίτσι που φτάνει σε ηλικία γάμου κλείνεται μέσα σε μια σκοτεινή καλύβα και ακούει τις νουθεσίες των γεροντότερων συγγενών γύρω από θέματα ηθικής.
Την α., όπως βλέπουμε, αναλαμβάνει πάντα η οικογένεια ή οι γεροντότεροι και δεν υπάρχουν στην πράξη σε αυτές τις κοινωνίες δημόσια ιδρύματα με κύριο ή έστω και δευτερεύοντα σκοπό τους την εκπαίδευση των νέων. Από το παιδί ζητούν το πολύ-πολύ να αφομοιώσει τους κανόνες της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει και ακόμα και η τεχνική της εργασίας μεταδίδεται σχεδόν πάντα από τους γονείς στα παιδιά. Στους πιο σύνθετους και ανεπτυγμένους πολιτισμούς η α. υποδιαιρείται σε: α) οικογενειακή α. β) σχολική α. γ) α. του πολίτη, δ) φυσική α. ε) αισθητική α. κλπ.
Οικογενειακή α.Η εφαρμογή της α. αρχίζει από την οικογένεια, που είναι η πρώτη κοινωνική ομάδα μέσα στην οποία βρίσκεται ενταγμένο το άτομο από τη στιγμή της γέννησής του. Αυτό δεν έχει πάντα την ίδια σημασία, αλλά εξαρτάται από τη διάρθρωση και τον ρόλο της οικογένειας, που ποικίλλουν ανάλογα με τις διαφορές τις οποίες παρουσιάζουν μεταξύ τους οι πολιτισμοί. Κανονικά η οικογένεια βοηθά το νεογέννητο να αναπτύξει και να προσαρμόσει στο περιβάλλον τις βιολογικές του καταβολές, δηλαδή μηχανισμούς και δυνατότητες που φέρνει μαζί του (από τη γέννησή του) ως ανθρώπινος οργανισμός. Κυρίως όμως το βοηθά, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα ζεύγη των ζώων, να αφομοιώσει όλο το απόθεμα γνώσεων που έχει συμπυκνωθεί στα εργαλεία, στους θεσμούς και στη μνήμη των γεροντότερων. Με άλλα λόγια, οι γονείς παρέχουν στο παιδί την πρώτη μορφή εκπαίδευσης, το βοηθούν να αποκτήσει τον έλεγχο των λειτουργιών του σώματός του, να μάθει τη γλώσσα και τη χρήση των πιο απλών οργάνων· αυτοί μεταδίδουν τους πρώτους ηθικούς κανόνες, τις πρώτες αλήθειες και τις πρώτες προλήψεις.
Βασικά, η στάση της οικογένειας στο θέμα της α. ακολουθεί δύο κύριες γραμμές: η μία, που έχει αυταρχική και αυστηρή αντίληψη για τη ζωή, απαιτεί πάντα από τα παιδιά σεβασμό στην πατρική εξουσία που δεν δέχεται συζητήσεις, απόλυτη υποταγή στους κανόνες που ακολουθεί η οικογένεια, αφαιρώντας συχνά από το παιδί κάθε αυτονομία και πρωτοβουλία· η άλλη, αντίθετα, που έχει μια ευρύτερη αντίληψη για την οικογένεια και για την ίδια την κοινωνία και προβληματίζεται, δημιουργεί στις σχέσεις με τα παιδιά ένα κλίμα συνεργασίας και αμοιβαίου σεβασμού και επιχειρεί να δώσει στο παιδί όσο γίνεται μεγαλύτερη ελευθερία, για να ικανοποιήσει όσο γίνεται όχι μόνο την ανάγκη του για κίνηση και τις άλλες φυσικές απαιτήσεις του οργανισμού του, αλλά και τις πνευματικές και συναισθηματικές του ανάγκες, την περιέργειά του κλπ. Η τελευταία αυτή παραχώρηση, που εμπνέεται από τις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες, προϋποθέτει έναν οικογενειακό πυρήνα που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό των συζύγων και σε σταθερούς συναισθηματικούς δεσμούς, χωρίς προκαταλήψεις γύρω από τα μεγάλα προβλήματα της ζωής, ανοιχτό προς την κοινωνία που τον περιβάλλει και στην οποία συμμετέχει με την εργασία του και με την πολιτική, κοινωνική και θρησκευτική δραστηριότητα στην οποία πιστεύει.
Συνεπώς, η α. των γονέων, η ψυχολογική και κοινωνική τους ωριμότητα, ασκεί μεγάλη επίδραση στην α. των παιδιών, τα οποία πρέπει όχι μόνο να τα αγαπούμε αλλά και να τα γνωρίζουμε και να τα βοηθούμε στην ψυχοσωματική τους ανάπτυξη, ώστε να εξελιχτεί αυτή ομαλά και να μην παρεμποδιστεί από διάφορες πρόωρες απαγορεύσεις.
Τα τελευταία πενήντα χρόνια η είσοδος των γυναικών στον κόσμο της εργασίας και η καταπληκτική διάδοση των μέσων μαζικής επικοινωνίας (Τύπος, κινηματογράφος, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαφήμιση)φάνηκαν να έχουν αλλάξει τόσο πολύ τις συνθήκες του οικογενειακού θεσμού, ώστε η αποτελεσματικότητα και η παιδαγωγική του σημασία να βρίσκονται σε παρακμή. Τα στοιχεία όμως που συγκέντρωσαν χωριστά οι διάφοροι τομείς των κοινωνικών επιστημών και ιδιαίτερα η ψυχιατρική απέδειξαν αντίθετα ότι η οικογένεια εξακολουθεί να ασκεί τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη του παιδιού. Οι έρευνες που έγιναν σε παιδιά που με τρόπο τραγικό είχαν αποσπαστεί από τις οικογένειές τους εξαιτίας πολεμικών συγκρούσεων έδειξαν π.χ. πόσο η έλλειψη μητρικής φροντίδας σε μικρή παιδική ηλικία μπορεί να παρεμποδίσει την ομαλή πορεία της ανάπτυξης του παιδιού και να προκαλέσει μεγάλη ζημιά στην ικανότητά του να σκέφτεται σωστά και να έχει ομαλές κοινωνικές σχέσεις.
Και πραγματικά, με τον συνεχή χαρακτήρα που έχει η σχέση του με τη μητέρα, το παιδί αποκτάτην ιδέα του χρόνου και του χώρου, που αποτελούν τη βάση για μεταγενέστερες αφαιρέσεις (υπολογίζοντας π.χ. την απόσταση μεταξύ των θηλασμών, που πάντα τους περιμένει με λαχτάρα, σχηματίζει την έννοια του πρόσκαιρου), ενώ ωριμάζει η προσωπικότητά του με μια εξελικτική πορεία ταύτισης, πρώτα με τη μητέρα και διαδοχικά με τα πρόσωπα και τα αντικείμενα που αποτελούν το περιβάλλον του.
Στις πιο προηγμένες χώρες εμφανίστηκαν ιδιαίτερα ιδρύματα για την α. των γονέων και για τις σχέσεις τους με τους δασκάλους. Στις ΗΠΑ, ήδη από το 1888 μια ομάδα γονέων ίδρυσε στη Νέα Υόρκη την Αμερικανική Ένωση για τη Μελέτη του Παιδιού και το 1930 μια μελέτη του ομοσπονδιακού υπουργείου Παιδείας αποκάλυψε ότι δούλευαν 5.687 ομάδες έρευνας και 2.161 ειδικοί, που ασχολούνται αποκλειστικά με το πρόβλημα της α. των γονέων. Στην Αγγλία οι δύο περισσότερο δραστήριες οργανώσεις είναι το Συμβούλιο Σχολείο και Οικογένεια και η Εθνική Παιδαγωγική Ένωση Γονέων,και οι δύο σε στενή επαφή με τα σχολεία στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα υπάρχουν σύλλογοι γονέων, ομοσπονδίες γονέων και σε πανελλήνια κλίμακα η Συνομοσπονδία Γονέων Μαθητών Ελλάδας, που αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη συνεργασία πολιτείας, σχολείου και οικογένειας. Στο διεθνές πεδίο υπάρχει η Διεθνής Επιτροπή Αγωγής και Γονέων, που ιδρύθηκε στη Λιέγη το 1905, και η Διεθνής Ομοσπονδία Σχολείο και Οικογένεια που ιδρύθηκε στο Τορόντο το 1927, προπάντων για να ενθαρρύνει τον σχηματισμό εθνικών οργανώσεων για την α. των γονέων στις χώρες-μέλη της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Παιδαγωγικών Συλλόγων.
Σχολική α.Τα πρώτα χρόνια o καλός δάσκαλος συνεχίζει στο σχολείο το έργο της μητέρας, μέσα σε ένα περιβάλλον λιγότερο γεμάτο από συναισθηματισμούς και ικανό να αποδεσμεύσει τις ψυχικές δυνάμεις και την τρυφερότητα του παιδιού για να τις κατευθύνει προς νέες σχέσεις αλληλεγγύης με τους συντρόφους του και να το βοηθήσει να αποκτήσει πληρέστερη έννοια του πραγματικού κόσμου που το περιβάλλει.
Το σχολείο είναι το κοινωνικό ίδρυμα που έχει πριν απ’ όλα το καθήκον να ασχοληθεί με την εκπαίδευση των νέων, αλλά ταυτόχρονα ασκεί και έργο διαπαιδαγώγησης που πρέπει να συμπληρώνει την οικογενειακή α. Από το γεγονός αυτό πηγάζει η σημασία των στενών σχέσεων μεταξύ γονέων και δασκάλων, που δεν πρέπει να περιορίζονται σε σποραδικές συναντήσεις για την κατατόπιση γύρω στο αν θα προαχθεί ή όχι το παιδί, αλλά να χρησιμεύουν για μια βαθύτερη γνώση του παιδιού και για συζήτηση των προβλημάτων του. Σε μερικές χώρες ιδρύθηκαν γι’ αυτό τον σκοπό οι Σύλλογοι διδασκάλων και γονέων, σε άλλες υπάρχει μέσα στα πλαίσια του σχολείου μια υπηρεσία που έχει αναλάβει το ειδικό έργο του συνδέσμου μεταξύ οικογένειας και σχολείου.
Όσο για το έργο διαπαιδαγώγησης που ασκούν τα σχολικά ιδρύματα, αυτό ποικίλλει ανάλογα με τις παιδαγωγικές αντιλήψεις από τις οποίες εμπνέεται το σχολείο και από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται. Θα διαπαιδαγωγεί, θα διαμορφώνει δηλαδή υγιή και αρμονική προσωπικότητα το σχολείο εκείνο που είναι ανοιχτό και ίδιο για όλα τα παιδιά, χωρίς διάκριση φύλου, φυλής, θρησκείας, πολιτικής ιδεολογίας ή κοινωνικής θέσης, όταν η σχέση δασκάλου-μαθητή θα είναι ουσιαστικά σχέση ελευθερίας, η πειθαρχία κανόνας ελεύθερα αποδεκτός και η οργάνωση της σχολικής εργασίας και ζωής καρπός ιδιαίτερα ενεργητικής και εντατικής συνεργασίας μεταξύ σπουδαστών και δασκάλων.
Πολυάριθμες έρευνες που έκαναν ψυχολόγοι και παιδαγωγοί επιβεβαίωσαν ότι πράγματι παρατηρείται καλύτερη απόδοση σε μια τάξη που έχει οργανωθεί κατά τρόπο δημοκρατικό, παρά σε μια τάξη όπου η διδασκαλία γίνεται με τρόπο άκαμπτο και αυταρχικό (είναι χαρακτηριστικό το κλασικό πια πείραμα του Κουρτ Λέβιν και των συνεργατών του στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, ΗΠΑ). Επίσης, υπάρχει μεγαλύτερη ανεκτικότητα και σεβασμός για τις θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις του άλλου εκεί όπου απουσιάζει κάθε είδους διδασκαλία δογματικού τύπου.
Α. του πολίτη.Με ευρεία έννοια ορίζεται έτσι η πλευρά εκείνη της α. που αποβλέπει προπάντων να διαμορφώνει συνείδηση πολίτη στο άτομο ως ενεργό μέλος της κοινότητας.
Αν και τα πρώτα ίχνη της α. του πολίτη μπορούμε να τα βρούμε στις παλαιότερες ανθρώπινες κοινότητες, από τη λατρεία της φυλής και της οικογένειας έως την α. στην αρχαία Ρώμη, ο όρος αυτός αναφέρεται κυρίως στη διαμόρφωση του πολίτη και χρησιμοποιείται κυριολεκτικά για την πλευρά της α. που υπήρξε συνέπεια της δημιουργίας εθνικών κρατών και των ιδανικών της Γαλλικής επανάστασης. Η ανάγκη καταπολέμησης των χωριστικών τάσεων και οι κοσμοπολίτικες ιδέες του 18ου αι. οδήγησαν τα εθνικά κράτη να φροντίζουν για τη διαπαιδαγώγηση των πολιτών ιδρύοντας προπάντων κρατικά σχολεία ως αντίρροπα στην αδιαμφισβήτητη έως τότε κυριαρχία των εκκλησιαστικών σχολείων. Την επικράτηση των δημοκρατικών ιδεών ακολούθησε η προσπάθεια της αντίληψης για τον καθαρά λαϊκό χαρακτήρα του σχολείου ως οργάνου διαμόρφωσης πολιτών που έχουν επίγνωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους. Οι ιδέες αυτές έγιναν συγκεκριμένη πραγματικότητα στο τέλος του 19ου αι. και στον 20ό, με τον χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος στα περισσότερα πολιτισμένα κράτη και με τη συνακόλουθη κοινωνικοποίηση του σχολείου, εκτός των άλλων και με την παρεμβολή στα σχολικά προγράμματα συγκεκριμένων συστάσεων προς τους δασκάλους, ώστε να μην περιορίζουν τη διδασκαλία τους στην καθιερωμένη ύλη, αλλά να αποβλέπουν και στην ανάπτυξη συνείδησης πολίτη στους νέους, με το να τους προκαλούν αισθήματα κοινωνικής ευθύνης και συνεργασίας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου η εθνοσυνέλευση του 1919 περιέλαβε στο σύνταγμα της Βαϊμάρης το άρθρο 148 που όριζε ότι πρέπει να αναπτύσσεται σε όλα τα σχολεία «η συνείδηση του πολίτη... μέσα στο πνεύμα του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα και της παγκόσμιας αδελφοσύνης» και όπου η α. του πολίτη είχε εισαχθεί ως υποχρεωτικό μάθημα και το κείμενο του συντάγματος μοιράστηκε στους αποφοίτους όλων των σχολείων.
Η ανάγκη αυτή α. του πολίτη ανταποκρίνεται στη σύγχρονη παιδαγωγική σκέψη, που υπογραμμίζει τη σημασία της κοινωνικής πλευράς της α. Οι διάφορες μορφές σχολικής αυτοδιοίκησης και αυτονομίας, τα πειραματικά σχολεία, η σημασία που δίνεται στη μελέτη του περιβάλλοντος, οι απόπειρες να δημιουργηθούν ανοιχτά σχολεία (δηλαδή κέντρα κοινωνικής ζωής της κοινότητας) αποβλέπουν όλα στη διαμόρφωση συλλογικής συνείδησης και συνηθίζουν τα παιδιά στο να ασκούν αποτελεσματικά τις οργανωτικές και διοικητικές δραστηριότητες που απαιτεί η δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία.
Η α. του πολίτη θεωρείται λοιπόν στη σύγχρονη εποχή πρωταρχικό έργο του σχολείου και σε πολλές χώρες έχει συμπεριληφθεί στα προγράμματα ύλης ως ιδιαίτερο μάθημα, αν και με αυτήν ασχολούνται επιπλέον και οι διεθνείς οργανισμοί (προπάντων η ΟΥΝΕΣΚΟ), οι οργανώσεις νέων, τα κόμματα και τα συνδικάτα, με όλα τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης.
Φυσική α.Έτσι αποκαλείται η πλευρά εκείνη της α. που κύρια φροντίδα της έχει να προωθήσει αγωνιστικές, ρυθμικές, γυμναστικές και αθλητικές δραστηριότητες κάθε λογής, για να βελτιώσει τη σωματική ανάπτυξη, τη σωματική ευεξία και την υγεία των ατόμων.
Οι σωματικές ασκήσεις πηγάζουν από την ενστικτώδη τάση του ανθρώπου να κινείται απαλλαγμένος από κάθε περιορισμό και να παραμένει στη σφαίρα του καθαρού παιχνιδιού. Αυτά όμως μπορεί να κατευθύνονται προς συγκεκριμένους σκοπούς, για να διατηρείται η καλή κατάσταση της υγείας, για να εξαφανίζονται φυσικά ή εξαιτίας ασθενειών σωματικά ελαττώματα (επανορθωτική ή ιατρική γυμναστική), για την εξάσκηση στη χρήση των όπλων (στρατιωτική γυμναστική) κλπ.
Όπως και κάθε άλλη μορφή έτσι και η σωματική α. καθρεφτίζει, στην εξέλιξή της διαμέσου των αιώνων, ιδανικά και πεποιθήσεις της κοινωνικής ομάδας που την ασκεί. Υπήρξαν πολιτισμοί που την παραμέλησαν ή και υποτίμησαν την αξία της, γιατί σε αυτούς υπερίσχυσαν ασκητικά ιδανικά (π.χ. η αρχαία Ινδία και η μεσαιωνική Ευρώπη) και άλλοι που τόνιζαν ιδιαίτερα την αξία της σωματικής ρώμης και επιδεξιότητας, σε συνάρτηση με τις επιθετικές τους τάσεις (π.χ. η Σπάρτη και η Ρώμη στην αρχαιότητα, οι φασιστικές δικτατορίες στην εποχή μας). Όταν υπάρχει μια συνολική αντίληψη του έργου της α., η σωματική θεωρείται το ίδιο αναγκαία με την πνευματική και την ηθική διαπαιδαγώγηση, αλλά και χρήσιμο μέσο για την ανάπτυξη της δημιουργικής δραστηριότητας, του αισθήματος συνεργασίας και της ευγενικής άμιλλας μεταξύ των πολιτών, χάρη στη δυνατότητα ψυχαγωγίας που προσφέρει. Και αυτός ήταν o ρόλος που της είχε ανατεθεί στην αρχαία Αθήνα και στην Αναγέννηση, προπάντων όμως στις σύγχρονες δημοκρατικές χώρες.
Μολονότι o εκπολιτισμός κατάργησε σιγά-σιγά κάθε μαζική συμμετοχή σε μυϊκές δραστηριότητες και έκανε όλο και πιο αναγκαία μια συγκεκριμένη εκγύμναση και άσκηση για να διατηρηθεί ομαλή η αύξηση και η σωματική ικανότητα των ανθρώπων, οι περισσότεροι πολιτισμοί έδωσαν πραγματικά πολύ μικρή σημασία στη σωματική α., εξαιτίας ενός ιδεαλισμού στο βάθος θρησκευτικού και μιας υπερβολικής υπερεκτίμησης της πνευματικής α. O Χέρμπερτ Σπένσερ διαπίστωνε με θλίψη ότι «η ανάπτυξη της δραστηριότητας που επιδιώκει τη διατήρηση του ανθρώπου στη ζωή, στο σχολείο δεν έχει καμιά σημασία». Σε αυτό προστίθεται και η μικρή επίγνωση της βιολογικής σημασίας που έχει η κίνηση σε συνάρτηση με τη σωματική ανάπτυξη του ανθρώπου, πράγμα που υπογραμμίζεται στις πρόσφατες μελέτες φυσιολογίας, οι οποίες μας αποκάλυψαν επιπλέον και τη στενή σχέση της με την ψυχολογική ανάπτυξη.
Το πρόβλημα της σωματικής α. το έθεσαν στην πράξη υπόψη των κυβερνήσεων οι πρωτεργάτες της Γαλλικής επανάστασης οι οποίοι είχαν διαποτιστεί με τις ιδέες του Ρουσό και υποστήριξαν πρώτοι την ανάγκη να εισαχθεί σε όλα τα σχολεία ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα σωματικής α. Παρότι η στρατιωτική πολιτική της Αυτοκρατορίας κατέπνιξε στη Γαλλία τα επαναστατικά προγράμματα, οι ιδέες που αυτά περιείχαν και οι πρόοδοι της ανατομοφυσιολογίας επηρέασαν τους φυσιολόγους και τους γιατρούς, οι οποίοι κατά τον 19o αι. αντιμετώπισαν το πρόβλημα της σωματικής α. τόσο από θεωρητική και μεθοδολογική άποψη όσο και από οργανωτική, προτείνοντας να συμπεριληφθεί στα σχολικά προγράμματα.
Μια από τις πρώτες χώρες όπου εμφανίστηκαν θεωρητικοί της σωματικής α. και αποφασιστικοί κήρυκες ενός συστηματικού προγράμματος σωματικής εξάσκησης των νέων υπήρξε η Γερμανία. Ένας οπαδός του Μπάζεντοφ, ο Γιόχαν Γκουτς Μουτς (1759-1839) καθιέρωσε σε ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα τη συστηματική διδασκαλία της γυμναστικής, που αργότερα διαδόθηκε πολύ. Ένας άλλος Γερμανός, o παιδαγωγός Φρίντριχ Λούντβιχ Γιαχν (1778-1852), άνθρωπος με φιλελεύθερες ιδέες, αφοσιώθηκε με τόσο ενθουσιασμό στην οργάνωση γυμναστικών συλλόγων, ώστε επονομάστηκε πατέρας της γυμναστικής. Η μέθοδός του αποσκοπούσε στην ανάπτυξη του μυϊκού συστήματος και της σωματικής ικανότητας και ευρωστίας με τον δρόμο, το άλμα, την πυγμαχία, την ενόργανη γυμναστική και τις ομαδικές αθλοπαιδιές. Μαζί με τον Άντολφ Σπις, που κατάφερε να εισαγάγει τη σωματική α. ως υποχρεωτικό μάθημα στα γερμανικά και ελβετικά σχολεία, ο Γκουτς Μουτς και o Γιαχν είναι οι θεμελιωτές της γερμανικής μεθόδου που είναι φορμαλιστική και βασίζεται στον αθλητισμό και τα βαριά όργανα γυμναστικής. Την ίδια εποχή εμφανίζεται η περίφημη μέθοδος σουηδικής γυμναστικής, έργο κυρίως του Χένρικ Λινγκ (1776-1839). Μελετητής της ανατομίας και της φυσιολογίας, o Λινγκ κατάρτισε ένα πρωτότυπο σύστημα ελεύθερων σωματικών ασκήσεων, σε συνδυασμό με τη χρήση ελαφρών οργάνων για τη διόρθωση του βαδίσματος και ίδρυσε στη Στοκχόλμη την περίφημη Ανώτατη σχολή κατάρτισης καθηγητών γυμναστικής. Το 1828 στη Σουηδία η γυμναστική καθιερώθηκε ως υποχρεωτικό μάθημα στα σχολεία αρρένων. Στη Δανία, όπου η σωματική α. είχε εισαχθεί στα σχολικά προγράμματα από το 1814, την ακαμψία της σουηδικής μεθόδου άμβλυνε κάπως ο Νιλς Μπουκ, που ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την ευλυγισία και το αίσθημα του ρυθμού, εισάγοντας νέες ασκήσεις κάμψης, ευλυγισίας και στροφής του θώρακα.
Από τη Γερμανία και τη Σουηδία η θεωρία και η πρακτική εφαρμογή της σωματικής α. διαδόθηκαν πολύ γρήγορα σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Στην Αγγλία, όπου υπήρχε παλαιά αθλητική παράδοση, η γυμναστική εισάγεται μόλις στις αρχές του 20ού αι., έπειτα απότη διαπίστωση ότι τα σωματικά ελαττώματα αυξάνονταν σε μαθητές. Εκεί η γυμναστική ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται ως προπαρασκευή για τον αθλητισμό, o οποίος παραμένει στη βάση της σωματικής α. που εφαρμόζεται στην Αγγλία και στις ΗΠΑ. Σήμερα τα πιο προοδευμένα κράτη στον τομέα της κοινωνικής οργάνωσης θεωρούν τη σωματική α. αποτελεσματικό μέσο για την ανάπτυξη του συνόλου της προσωπικότητας του ατόμου που διαπαιδαγωγείται και δίνουν μεγάλη σημασία στα ατομικά και ομαδικά αγωνίσματα, στην άθληση στην ύπαιθρο, λαμβάνοντας ταυτόχρονα και τα κατάλληλα μέτρα για την κατάρτιση διδακτικού προσωπικού και την οργάνωση αθλητικών γηπέδων στα δημόσια πάρκα, στίβων και κολυμβητηρίων στα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Στην Ελλάδα, οι πρώτες προσπάθειες για την εισαγωγή της σωματικής α. έγιναν αρκετά νωρίς, αλλά η εξέλιξη ήταν πολύ αργή. Το 1834 ορίστηκε ότι οι μαθητές θα κάνουν δύο φορές την εβδομάδα σωματικάς γυμνασίας, με την εποπτεία των δασκάλων. Τον ίδιο χρόνο ιδρύεται στο Ναύπλιο το πρώτο γυμναστήριο που διευθύνει ο Βαυαρός Λουδοβίκος Κορκ. Φυσικά εφαρμόζεται η γερμανική μέθοδος. Το 1837 ο Γεώργιος Παγών δημοσιεύει το πρώτο σχετικό βιβλίο (Περίληψις της Γυμναστικής)και εκπαιδεύει στο Διδασκαλείο της Αίγινας και αργότερα στην Αθήνα τους πρώτους δασκάλους. Μεσολαβεί μια περίοδος (1871-77) όπου τη θέση της γυμναστικής στα σχολεία παίρνουν οι στρατιωτικές ασκήσεις. Το 1880 καθιερώνεται η γυμναστική ως υποχρεωτικό μάθημα και το 1883 γίνεται η πρώτη γυμναστική επίδειξη. Στην περίοδο αυτή πρωτοστατεί ο Ιωάννης Φωκιανός. Οι νεότεροι, αργότερα, με επικεφαλής τον Ιωάννη Χρυσάφη, θεωρούν ανθυγιεινή τη γερμανική μέθοδο και εισάγουν (1909) τη σουηδική, που με τον καιρό απέκτησε έναν πιο ελεύθερο χαρακτήρα, που βασίζεται στην κινητικότητα και όχι στη στατικότητα των ασκήσεων. Το1936 η γυμναστική γίνεται πρωτεύον μάθημα στα σχολεία και το 1940 ιδρύεται η Ακαδημία Σωματικής Αγωγής, στην οποία σπουδάζουν οι καθηγητές γυμναστικής. Από τότε η σωματική α. συστηματοποιείται οριστικά, σε βάσεις επιστημονικές.
Η αγωγή προϋποθέτει συναισθηματική επαφή, όπως δείχνει η «Δασκάλα» του Σαρντέν (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο).
Η μητρική φροντίδα έχει αποφασιστική σημασία για την ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Η σωματική αγωγή έχει εισαχθεί σε όλα τα σχολεία, γιατί είναι σημαντική όχι μόνο για τη σωματική ευεξία και την υγεία των νέων, αλλά και για την ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Ιερέας των Παπούα διδάσκει στα παιδιά της φυλής την τελετουργική διαδικασία ιεροτελεστίας για τον εξευμενισμό των πονηρών πνευμάτων.
«Ο άγιος Αυγουστίνος παιδί παραδίδεται στον δάσκαλο», νωπογραφία του Μπενότσο Γκοτσόλι.
Στις πρωτόγονες κοινωνίες, η αγωγή αποβλέπει απλώς να μεταδώσει στη νέα γενιά τις μεθόδους εργασίας, όπως για παράδειγμα πώς να απλώνουν το δέρμα μιας αντιλόπης που μόλις έχουν σκοτώσει.
Το μορφωτικό πείραμα, επιστημονικό, καλλιτεχνικό ή τεχνικό, αποτελεί βασικό στοιχείο της αγωγής των νέων, καθώς συντελεί στην αφομοίωση των γνώσεων των ενηλίκων.
Φωτογραφία από τις πρώτες εξετάσεις της σχολής νηπιαγωγών του Λυκείου Ελληνίδων, στις οποίες διαγωνίστηκαν και στη σωματική αγωγή, το 1903 (φωτ. από έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
II
(Νομ.).Α. χαρακτηρίζουμε στη νομική ορολογία την ενέργεια που τείνει στην ικανοποίηση ενός δικαιώματος, με την έκδοση ευνοϊκής δικαστικής απόφασης. Α. λέγεται επίσης το έγγραφο (ή πιο σωστά δικόγραφο) που απευθύνεται προς ορισμένο δικαστήριο, ανάλογα με τη χρηματική αξίατου αντικειμένου της διαφοράς ή με το είδος της, για να προκαλέσει την έκδοση της ευνοϊκής αυτής απόφασης. Ο τρόπος που ασκείται και συζητείται η α. ρυθμίζεται από τον κώδικα της πολιτικής δικονομίας. Γενικά όμως απαιτείται κατάθεση του δικόγραφου στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται και επίδοση αντιγράφου προς το πρόσωπο από το οποίο ζητείται η ικανοποίηση του δικαιώματος. Η έκδοση γίνεται από δικαστικό επιμελητή (κλητήρα), κατά κανόνα τριάντα ημέρες πριν από την ορισμένη ημέρα που θα συζητηθεί η υπόθεση. Η μέρα αυτή λέγεται δικάσιμος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για υποθέσεις της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου, η α. είναι θεωρητικά δυνατόν να ασκηθεί με προφορική δήλωση στον ειρηνοδίκη, που συντάσσει σχετική έκθεση. Επίσης, αν δεν υπάρχουν δικαστικοί επιμελητές, η επίδοση μπορεί να γίνει από άλλα δημόσια όργανα (αστυνομικούς υπαλλήλους κλπ.). Ανάλογα με το περιεχόμενό τους, οι α. χαρακτηρίζονται ως α. διαζυγίου, διατροφής, αναγνώρισης πατρότητας, έξωσης, δανείου, αποζημίωσης κλπ. Ανάλογα με το είδος της δικαστικής προστασίας που επιδιώκεται, οι α. διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες:
1. Αναγνωριστικές. Με αυτές επιδιώκεται μόνο η αναγνώριση πως υπάρχει ή δεν υπάρχει μία βιοτική σχέση που έχει έννομες συνέπειες. Π.χ. ζητώ να αναγνωριστώ ιδιοκτήτης του τάδε οικοπέδου ή να αναγνωριστεί ότι η διαθήκη του θείου μου είναι άκυρη και επομένως ανύπαρκτη.
2. Καταψηφιστικές. Με αυτές επιδιώκεται ο εξαναγκασμός του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται να επιχειρήσει μια ορισμένη πράξη ή να παραλείψει μια ορισμένη ενέργεια. Π.χ. ζητώ να υποχρεωθεί ο B’ να μου επιστρέψει ένα χρηματικό ποσό που του έχω δανείσει ή να υποχρεωθεί ο Γ’ να πάψει να χρησιμοποιεί στα προϊόντα του εργοστασίου του το σήμα Χ, το οποίο έχω κατοχυρώσει για λογαριασμό μου.
3. Διαπλαστικές. Με αυτές επιδιώκεται η δημιουργία, μεταβολή ή κατάργηση μιας βιοτικής σχέσης που έχει έννομες συνέπειες. Π.χ. ζητώ να λυθεί ο γάμος μου ή να μοιράσω με τα αδέλφια μου την κληρονομιά του πατέρα μου.
Φωτογραφία από τις πρώτες εξετάσεις της σχολής νηπιαγωγών του Λυκείου Ελληνίδων, στις οποίες διαγωνίστηκαν και στη σωματική αγωγή, το 1903 (φωτ. από έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).
* * *
η (Α ἀγωγὴ) [ἄγω]
1. καθοδήγηση, σύστημα εκπαιδεύσεως, ανατροφή, διαπαιδαγώγηση
2. τρόπος ζωής ή συμπεριφοράς
3. (Μουσ.) ρυθμός, τέμπο
νεοελλ.-μσν.
(Νομ.) προσφυγή στη δικαιοσύνη, η πράξη με την οποία επιδιώκεται δικαστικά η επανόρθωση αδικίας ή η προστασία δικαιώματος που απειλείται
νεοελλ.
1. σύστημα ή μέθοδος με την οποία επιτυγχάνεται η θεραπεία μιας συγκεκριμένης αρρώστιας
2. (Φυσιολ.) μεταβίβαση διαφόρων τύπων ερεθισμάτων στον οργανισμό (βλ. ακοή, καρδιά, νευρικό σύστημα)
αρχ.
1. μεταφορά, μετακόμιση
2. ταξίδι
3. κίνηση προς κάποιο σημείο, τάση, ροπή, κλίση
4. οδήγηση, προσαγωγή
5. βίαιη αρπαγή, απομάκρυνση, απαγωγή
6. σχεδίαση γραμμών
7. αρχηγία, ηγεσία, διακυβέρνηση
8. διεξαγωγή, πορεία
9. μέθοδος, κατασκευή, δομή (τών νόμων)
10. (για γραπτό λόγο) ύφος
11. επιχειρηματολογία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγωγή — carrying away fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγωγή — η 1. τρόπος εκπαίδευσης των ανηλίκων: Η σύγχρονη αγωγή των νέων είναι πολύ διαφορετική από την πριν λίγες δεκαετηρίδες. 2. μέθοδος επιστημονική για την επιτυχία κάποιου σκοπού: Θεραπευτική αγωγή, σωματική αγωγή κτλ. 3. έγγραφη προσφυγή στα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγωγῇ — ἀγωγῆι , ἀγωγεύς haulier masc dat sg (epic ionic) ἀγωγή carrying away fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγωγή — [агоги] ουσ. Θ. руководство, воспитание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀγωγῆ — ἀγωγεύς haulier masc nom/voc/acc dual ἀγωγεύς haulier masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλική αγωγή — Σύγγραμμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ του Παλαιολόγου (1347 1424). Ο πλήρης τίτλος του είναι: Μανουήλ του Παλαιολόγου, του ευσεβεστάτου και φιλοχρήστου βασιλέως, προς τον υιόν αυτού και βασιλέα Ιωάννην τον Παλαιολόγον, υποθήκαι… …   Dictionary of Greek

  • Παυλιανή αγωγή — (Νομ.). Στα χρόνια του πραίτωρα Αιμιλίου Παύλου, το 563, και κατ’ άλλους στα χρόνια του Παύλου Βιργίνιου, το 560, παραχωρήθηκε στους δανειστές το δικαίωμα να προσβάλουν τις πράξεις του οφειλέτη τους, αν αυτός, με δόλια μέσα, μειώνει την περιουσία …   Dictionary of Greek

  • ἀγωγαῖς — ἀγωγή carrying away fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγωγαί — ἀγωγή carrying away fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγωγήν — ἀγωγή carrying away fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.